
Το άρθρο Άρθρο 169 του Συντάγματος προβλέπει ως εξής:
«Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 50 και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 57-
(1) Πάσα διεθνής συμφωνία μετ΄αλλων κρατών ή οιουδήποτε διεθνούς οργανισμού αφορώσα εις εμπορικά θέματα, οικονομικήν συνεργασίαν, περιλαμβανομένων πληρωμών και πιστώσεων και modus Vivendi, συνομολογούνται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου.
(2) Η διαπραγμάτευσις πάσης ετέρας συνθήκης, συμβάσεως ή διεθνούς συμφωνίας ως και η υπογραφή αυτών γίνεται κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν τίθενται όμως εν ισχύι και δεν δεσμεύουσι την Δημοκρατίαν, ειμή μόνον εφ’ όσον κυρωθώσι διά νόμου ψηφιζομένου υπό της βουλής των Αντιπροσώπων, ότε και συνομολογούνται.
(3) Συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι συνομολογούμεναι συμφώνως ταις ειρημέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου έχουσιν από της δημοσιεύσεως αυτών εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ηυξημένην ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρον ότι αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό του αντισυμβαλλομένου.
(5 του 127(Ι) του 2006)
(4) Η Δημοκρατία δύναται να ασκεί κάθε της επιλογή και διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στις Συνθήκες περί Ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε οποιεσδήποτε συνθήκες τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτές και η Δημοκρατία συνομολογεί.»
Συνθήκες που συνομολογήθηκαν και εφαρμόζονταν πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος εξακολουθούν να ισχύουν κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 188 του Συντάγματος και όχι του άρθρου 169, το οποίο εφαρμόζεται σε Συνθήκες που συνομολογούνται μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος.
Ως προς την απαίτηση αμοιβαιότητας στην παράγραφο 3 του Άρθρου 169, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toulla Malachtou v. Christodoulos K. Armefti and Another (1987) 1 C.L.R 207, τόνισε τα εξής (βλ. σελ. 222):
«Υπάρχουν, όμως Συνθήκες των οποίων η φύση, ο στόχος και η λειτουργία στις διεθνείς σχέσεις και στην εσωτερική νομική τάξη αποκλείουν τον όρο της αμοιβαιότητας. Τέτοιες είναι οι πολυμερείς συμβάσεις στόχος των οποίων δεν είναι να δημιουργήσουν οποιαδήποτε υποκειμενικά ή αμοιβαία δικαιώματα για τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη αλλά ο στόχος και η πρόθεσή των είναι να προωθήσουν ορισμένες νομικές αρχές, ηθικές και νομικές αξίες και τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος προσυπογράφει και επικυρώνει μόνο για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου. Τέτοια παραδείγματα είναι Συμβάσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις καλυτερεύσεις και διατύπωση κοινών κανόνων και την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης.»
Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι διεθνείς συμβάσεις δεν ερμηνεύονται με βάση τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συνηθισμένων νομοθετημάτων, αλλά η ερμηνεία τους διέπεται από το διεθνές δίκαιο και ειδικά από τη Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών που έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 62/76.
Επισυνάπτεται ευρετήριο πολυμερών συνθηκών στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Σημειώνεται ότι το εν λόγω ευρετήριο είναι ενημερωμένο μέχρι και τον Μαϊο του 2004. Για πληρέστερη ενημέρωση δείτε Index of Treaties of the Republic of Cyprus 1960-2005, Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας, Λευκωσία 2006.
|