Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε στις 20 Ιουλίου 2022 τρεις Αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες αφορούν σε Νόμους των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων, μία Προσφυγή του Προέδρου της Δημοκρατίας που αφορά σε σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσιών δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος και, υπό τη σύνθεσή του ως Εκλογοδικείο, μία Εκλογική Αίτηση που αφορά στην ακύρωση εκλογής και ανακήρυξης πολιτικών αρχηγών ως βουλευτών κατά τις βουλευτικές εκλογές του 2021.

Συγκεκριμένα:
1. Οι τρεις Αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας αφορούν στους Νόμους με συνοπτικό τίτλο:
(i) «ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2021»
(ii) «ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ.4) Νόμος του 2021»
(iii) «ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) (Αρ.5) Νόμος του 2021»
για τους οποίους το Ανώτατο Δικαστήριο, στις αποφάσεις του, έκρινε ότι αυτοί είναι αντίθετοι και ασύμφωνοι προς τις διατάξεις του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και κατ’ επέκταση, βρίσκονται σε αντίθεση προς το Άρθρο 179 του Συντάγματος. Καταστρατηγούν επίσης τη συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Περαιτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι υπό Αναφορά Νόμοι παρεμβαίνουν στις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας να αξιολογεί τις προϋποθέσεις παροχής επιδομάτων κατά την άσκηση της διοικητικής της λειτουργίας και στην αρμοδιότητά της για αξιολόγηση των οικονομικών συνεπειών που τέτοια παροχή θα επιφέρει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, το εύρημα αντισυνταγματικότητας για τον Νόμο με αναφορά (i), εδράζεται στο γεγονός ότι αυτός διευρύνει την κατηγορία των προσώπων που θα έχουν δικαίωμα σε σύνταξη ανικανότητας, με αποτέλεσμα να οδηγεί, αναπόδραστα, σε πρόσθετη δαπάνη στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Σε σχέση με τους Νόμους με αναφορά (ii) και (iii), το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το εύρημα αντισυνταγματικότητας εδράζεται στο γεγονός ότι οι υπό Αναφορά Νόμοι δημιουργούν νέες κατηγορίες δικαιούχων λήψης επιδομάτων ασθενείας και ανεργιακού, και συνακόλουθα, επεκτείνουν τον αριθμό των δυνητικά δικαιούχων των εν λόγω επιδομάτων.

Τις Αναφορές, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χειρίστηκε η κα Ειρήνη Νεοφύτου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας.

2. Με την Προσφυγή 1/2022 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία καταχωρίστηκε βάσει του Άρθρου 139 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας- Αιτητής προσέφυγε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά συγκεκριμένων διατάξεων του περί Προϋπολογισμού του 2022, Νόμου του 2021, οι οποίες, με βάση την Προσφυγή, αντέκειντο στο Σύνταγμα και το δίκαιο της ΕΕ. Ειδικότερα, με την Προσφυγή, ζητείτο η ακύρωση τροπολογίας στον εγκριθέντα Προϋπολογισμό του 2022, με βάση την οποία η απασχόληση συμβούλων και συνεργατών του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπουργών και άλλων αξιωματούχων, τερματίζεται με τη λήξη της θητείας της κυβέρνησης ή την αποχώρηση των αξιωματούχων.

Με την πλειοψηφική απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή, αποδεχόμενο προδικαστική ένσταση των δικηγόρων της Βουλής ότι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας-Αιτητής δεν δύνατο να προσβάλει, δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος, συγκεκριμένες διατάξεις του εν λόγω Νόμου, μετά που τον υπέγραψε και δημοσίευσε, βεβαιώνοντας, με την πράξη αυτή, τη συνταγματικότητά του. Στην προκείμενη, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, παρά εστίασε στο ότι, η εκ των υστέρων μερική αμφισβήτηση του εν λόγω Νόμου υπερβαίνει τα όρια εξουσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας και προσλαμβάνει «μορφή κατασταλτικού ελέγχου αντισυνταγματικότητας», που δεν διαθέτει.

Την Προσφυγή, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χειρίστηκαν οι κ. Δημήτρης Λυσάνδρου και κα Έλενα Συμεωνίδου, Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας και η κα Ζήνα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.

3. Σε σχέση με Εκλογική Αίτηση που αφορά στην ακύρωση εκλογής και ανακήρυξης πολιτικών αρχηγών στις βουλευτικές εκλογές του 2021, ο αιτητής αξίωνε την ακύρωση της εκλογής και ανακήρυξης των κ.κ. Αβέρωβ Νεοφύτου, Άντρου Κυπριανού, Νικόλα Παπαδόπουλου και Χρίστου Χρίστου ως επιτυχόντων και δεόντως εκλεγέντων στη Βουλή των Αντιπροσώπων, θεωρώντας την ως αντισυνταγματική, γιατί ουδείς σταυρός προτίμησης δόθηκε προς όφελος οποιουδήποτε εξ’ αυτών, παρά του τι ορίζει ο εκλογικός νόμος που, μεταξύ άλλων, προνοεί ότι ουδείς σταυρός προτίμησης δίδεται σε αρχηγό κόμματος.

Το Εκλογοδικείο, με κατά πλειοψηφία απόφασή του, αποδέχτηκε την προδικαστική ένσταση που ήγειρε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εκπροσωπώντας τον Γενικό Έφορο Εκλογής και τον Έφορο Εκλογικής Περιφέρειας Λευκωσίας, και κρίνοντας την αίτηση που κατατέθηκε από τον αιτητή ως απαράδεκτη και παράτυπη, αποφάνθηκε ότι ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε οποιαδήποτε μορφής συμφέρον ή επιβλαβή επίδραση στο εκλογικό του δικαίωμα, ούτως ώστε να χρήζει προστασίας και να δικαιολογεί την παρέμβαση του Εκλογοδικείου.

Την υπόθεση, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χειρίστηκαν οι κα Γιάννα Χατζηχάννα, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας και κ. Σίμος Πλατής, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.


Back to Top