Τομέας Ποινικού Δικαίου

Ο Τομέας ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα που προκύπτουν δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, σε σχέση με τις ποινικές διώξεις δηλαδή την έναρξη, διεξαγωγή, ανάληψη και συνέχιση ή διακοπή οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας.

Οι συνταγματικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα όσον αφορά τις ποινικές διώξεις οφείλονται, αναμφίβολα, στην ανάγκη ελέγχου και συντονισμού του μηχανισμού εφαρμογής του ποινικού δικαίου από ένα ανεξάρτητο και υπεύθυνο έναντι της Πολιτείας Δημόσιο Κατήγορο, προς αποφυγή, μεταξύ άλλων, καταχρήσεως του δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης και για την αντικειμενικότερη και αρτιότερη απόδοση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Οι περισσότερες ποινικές υποθέσεις προσάγονται ενώπιον του δικαστηρίου από τους δημόσιους κατήγορους οι οποίοι υπάγονται επίσης στον Γενικό Εισαγγελέα και ενεργούν σύμφωνα με την νομική καθοδήγηση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα. Οι ποινικές διώξεις που τυγχάνουν χειρισμού από Νομικούς Λειτουργούς του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα αφορούν σε υποθέσεις του Κακουργιοδικείου και σε ορισμένες άλλες υποθέσεις όπου εγείρονται σοβαρά θέματα δημοσίας τάξεως.

Η Αστυνομία, ως εκ των καθηκόντων της, επιλαμβάνεται πάντοτε της ανίχνευσης ενός εγκλήματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας, όμως, μπορεί αυτεπαγγέλτως, όπως και γίνεται, να ζητήσει την διερεύνηση από την Αστυνομία οποιουδήποτε εγκλήματος για να μπορέσει να αποφανθεί βάσει του μαρτυρικού υλικού που έχει συλλεγεί από την αστυνομική έρευνα κατά πόσον δικαιολογείται η καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα καθοδηγεί την Αστυνομία κατά την εκτέλεση των πιο πάνω καθηκόντων της και παρέχει σε αυτή την αναγκαία νομική βοήθεια.

Στον Τομέα έχουν προστεθεί οι αρμοδιότητες που πηγάζουν από την προσχώρηση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ειδικά στα θέματα Ποινικού Δικαίου και με ειδική αναφορά στην έκδοση φυγοδίκων με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης.

Περαιτέρω ο Τομέας ασχολείται με την παροχή γνωματεύσεων για ζητήματα ποινικού δικαίου και το νομοτεχνικό έλεγχο νομοσχεδίων που αφορούν ζητήματα ποινικού δικαίου. Επιπλέον εκπροσωπεί την υπηρεσία μας σε επιτροπές σε ευρωπαϊκά και διεθνή fora και οργανισμούς.

Του Τομέα Ποινικού Δικαίου προΐσταται η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κα Έλενα Κλεόπα.

Στον Τομέα Ποινικού Δικαίου υπάγονται 22 νομικοί λειτουργοί και 28 δημόσιοι κατήγοροι, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με το χειρισμό ποινικών υποθέσεων ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων και με τα υπόλοιπα καθήκοντα του Τομέα.

Στον Τομέα Ποινικού Δικαίου, έχουν δημιουργηθεί 4 ομάδες νομικών λειτουργών και η κάθε ομάδα είναι επιφορτισμένη με την εξέταση των αστυνομικών φακέλων μιας επαρχίας της Δημοκρατίας και την παροχή οδηγιών ή και καθοδήγηση της Αστυνομίας. Των εν λόγω ομάδων προΐστανται οι ακόλουθοι 4 Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας:
1. κ. Νίνος Κέκκος
2. κ. Πολίνα Ευθυβούλου-Ευθυμίου
3. κ. Έλλη Παπαγαπίου–Χρίστου
4. Δρ Δέσποινα Κυπριανού


Show details for Δικαιοδοσία Ποινικών ΔικαστηρίωνΔικαιοδοσία Ποινικών Δικαστηρίων

Hide details for Ποινικό ΔίκαιοΠοινικό Δίκαιο
I. ΓΕΝΙΚΑ

Το Ποινικό Δίκαιο σκοπεί στην προστασία της κοινωνίας από παραβατικές συμπεριφορές των πολιτών της μέσω της ποινικοποίησης των συμπεριφορών αυτών και της επιβολής σε αυτούς ποινής που να προσβάλλει συνήθως είτε την προσωπική ελευθερία (φυλάκιση) είτε την οικονομική κατάσταση του παραβάτη (επιβολή ποινής προστίμου).

Το Ποινικό Δίκαιο στην Κύπρο περιλαμβάνει τον Ποινικό Κώδικα, που αποτελεί κωδικοποίηση των βασικών παρατατικών συμπεριφορών που χρήζουν την αντιμετώπιση της οργανωμένης κοινωνίας, αλλά και όλους τους άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους που σκοπούν στην αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς, όπως οι νόμοι για τη Βία στην Οικογένεια, για τη Βία στα Γήπεδα, για την Σεξουαλική Εκμετάλλευση προσώπων κ.λ.π. Πέραν τούτων, σε κάθε νόμο υπάρχουν και συγκεκριμένες διατάξεις που καθιστούν ποινικά αδικήματα συγκεκριμένες συμπεριφορές που σχετίζονται με το αντικείμενο του νόμου.


ΙΙ. ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

Ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει σήμερα έχει ετοιμαστεί και τεθεί σε ισχύ πριν την ανεξαρτησία της Κύπρου από την Αγγλική Αυτοκρατορία το 1959. Στη δεκαετία του 1990 μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα και έχει ήδη τροποποιηθεί από την αρχική ψήφισή του πέραν των 40 φορών στα επί μέρους άρθρα του.

Αρχικά, περιλαμβάνει γενικές διατάξεις που αφορούν την ερμηνεία κάποιων όρων που περιέχονται στο νόμο και το πότε έχει εφαρμογή ο Κώδικας εντός και εκτός της εδαφικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακολουθούν οι γενικές διατάξεις για την ποινική ευθύνη των παραβατών. Σε αυτό το μέρος του Κώδικα καταγράφονται οι λόγοι που αίρουν τον καταλογισμό στον αδικοπραγούντα που τέλεσε ένα αδίκημα, όπως το νεαρό της ηλικίας του (όταν είναι κάτω των 14 χρόνων, το παιδί δεν θεωρείται ποινικά υπεύθυνο), ο εξαναγκασμός να τελέσεις αδίκημα, η φρενοπάθεια, η κατάσταση ανάγκης. Πέραν τούτου, ξεκαθαρίζεται ότι η μέθη και η άγνοια νόμου δεν αποτελούν υπεράσπιση στα τελεσθέντα αδικήματα. Στο επόμενο μέρος καταγράφονται ποια άτομα που συμμετέχουν στην τέλεση ενός αδικήματος μπορούν να κατηγορηθούν είτε γιατί προκάλεσαν το αδίκημα, ή γιατί βοήθησαν είτε στην τέλεση του αδικήματος είτε μετά από αυτό βοήθησαν τον αυτουργό να διαφύγει της σύλληψης. Ακολουθούν οι διάφορες ποινές που ισχύουν στη Δημοκρατία, όπως αυτές αναφέρονται πιο κάτω. Στο Δεύτερο Μέρος του Κώδικα καταγράφονται όλα τα ποινικά αδικήματα που τιμωρούνται με βάση τον ποινικό κώδικα και αποτελούν τον κορμό του ποινικού μας σύστημα. Πέραν αυτών των αδικημάτων, σε κάθε νόμο υπάρχουν ποινικές διατάξεις οι οποίες ποινικοποιούν ανθρώπινες συμπεριφορές που αποτελούν αντικείμενο αυτού του ειδικού νόμου. Έτσι υπάρχουν αδικήματα:

1. Εναντίον της Δημόσιας Τάξης, όπως εσχάτη προδοσία, διέγερση σε ανταρσία, εξύβριση του αρχηγού της Πολιτείας, κατασκοπεία κλπ,
2. Εναντίον της Κοινωνικής Τάξης, όπως συμμετοχή σε Παράνομο Σύνδεσμο και Εγκληματική Οργάνωση, οχλαγωγία, συμπλοκή, μέθη, δημόσια εξύβριση, κλπ,
3. Εναντίον της Άσκησης Νόμιμης Εξουσίας, όπως δεκασμός Δημόσιου Λειτουργού, κατάχρηση εξουσίας, ψευδορκία, καταστροφή αποδεικτικού υλικού, απόδραση κρατουμένου, παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος από δημόσιο λειτουργό, κλπ,
4. Που παραβλάπτου το κοινό γενικά, όπως αδικήματα κατά των ηθών (βιασμός, μαστροπεία, απαγωγή, αιμομιξία, άσεμνη επίθεση κλπ.), αδικήματα σχετικά με το γάμο (διγαμία, κλοπή παιδιού κλπ), αδικήματα οχληρίας, δυσφήμησης και προσβολής μνήμης αποθανόντα, κλπ,
5. Εναντίον του Προσώπου, όπως φόνος εκ προμελέτης, ανθρωποκτονία, πρόκληση σωματικών βλαβών, επίθεση, κλπ,
6. Εναντίον της Περιουσίας, όπως κλοπή, ληστεία, παράνομη είσοδος σε ξένη περιουσία, διάρρηξη, ψευδείς παραστάσεις, κλεπταποδοχή, πλαστογραφία, πλαστοπροσωπία, εμπρησμός, κλπ


ΙΙΙ. ΠΟΙΝΕΣ

Στην Κύπρο, μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής το 1999 και την αντικατάσταση της από τη δια βίου φυλάκιση, οι προβλεπόμενες από τον Ποινικό Κώδικα και τους ειδικούς νόμους ποινές είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες:

Φυλάκιση δια βίου ή οποιασδήποτε άλλης μικρότερης διάρκειας

Κατά τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φυλάκιση δια βίου σημαίνει “φυλάκιση για το υπόλοιπο της ζωής του καταδικασθέντος υπό την αίρεση του δικαιώματος που παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αναστείλει την ποινή του για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στην απόλυση του καταδικασθέντος επ΄ αδεία”.

Η φυλάκιση είναι το ισχυρότερο όπλο στα χέρια του Δικαστηρίου για την καταστολή του εγκλήματος. Η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνον όταν κρίνεται ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη ως ανεπαρκής μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη.

Στο Δικαστήριο παρέχεται η διακριτική ευχέρεια να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει το ύψος της ποινής φυλάκισης και μετά, αν υπό τις περιστάσεις αυτό δικαιολογείται, να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή.
Χρηματική ποινή ή πρόστιμο

Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, οποιοδήποτε πρόστιμο μέχρι το ανώτατο όριο το οποίο αναφέρεται στη σχετική νομοθετική πρόνοια. Το Δικαστήριο καθορίζει το ύψος του προστίμου, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και την οικονομική δυνατότητα του αδικοπραγούντος. Αν δεν γίνεται πρόνοια στο νόμο αναφορικά με το ανώτατο όριο προστίμου, τότε το ύψος του προστίμου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται εντός της καθ’ ύλην δικαιοδοσίας του και υπό την προϋπόθεση ότι το πρόστιμο δεν να είναι υπερβολικό.

Καταβολή αποζημίωσης από τον καταδικασθέντα στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη διάπραξη του αδικήματος

Κυρίως επιβάλλεται σε υποθέσεις κλοπών. Με την επιβολή αυτής της ποινής αναγνωρίζονται τα δικαιώματα και οι ανάγκες του θύματος και παράλληλα απαλλάσσεται το θύμα από τον πονοκέφαλο μιας πολιτικής αγωγής εναντίον του κατηγορουμένου. Δικαστικό ένταλμα για τέτοια αποζημίωση στην Κύπρο σπάνια χρησιμοποιείται από το Δικαστήρια.

Παροχή εγγύησης για την τήρηση της τάξης και για καλή διαγωγή

Η πιο πάνω ποινή επιβάλλεται συνήθως στις περιπτώσεις διάπραξης μειωμένης σοβαρότητας αδικημάτων. Το Δικαστήριο καθορίζει τους όρους της εγγύησης, όπως το ποσό και τη χρονική διάρκεια της εγγύησης, καθώς και το κατά πόσο θα είναι με ή άνευ εγγυητών. Σε περίπτωση που ο καταδικασθείς παραβιάσει τους όρους της εγγύησής του, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάσχεση όλου ή μέρους της εγγύησης, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή που τυχών ήθελε επιβάλει για το διαπραχθέν αδίκημα.

Διάταγμα Κηδεμονίας
Το Διάταγμα Κηδεμονίας που θεσπίστηκε στην Κύπρο το 1996 αποτελεί το μόνο αξιόπιστο και αποτελεσματικό ενδιάμεσο μέτρο τιμωρίας των νεαρών αλλά και άλλων άπειρων αδικοπραγούντων.
Αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό μπορεί αφού λάβει υπόψη τις περιστάσεις τέλεση του αδικήματος και το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, μπορεί να εκδώσει διάταγμα κηδεμονίας. Σύμφωνα με αυτό ο αδικοπραγούντας τίθεται υπό την επιτήρηση κηδεμονευτικού λειτουργού για περίοδο που ορίζεται σε αυτό και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα χρόνο ούτε μεγαλύτερη από τρία χρόνια. Η επιλογή των όρων του διατάγματος κηδεμονίας αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και εξετασθεί το οικογενειακό περιβάλλον του αδικοπραγούντος επιβάλλονται τέτοιοι όροι, οι οποίοι θεωρούνται αναγκαίοι για την εξασφάλιση της καλής διαγωγής του αδικοπραγούντος ή για την αποτροπή επανάληψης από αυτόν του ίδιου αδικήματος ή της διάπραξης άλλων αδικημάτων.

Σύμφωνα με ένα Διάταγμα Κηδεμονίας με όρους Κοινοτικής Εργασίας, ο κηδεμονευόμενος θα εκτελέσει εργασία χωρίς αμοιβή για καθορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο όμως δεν καθορίζεται στο Νόμο. Το πιο πάνω διάταγμα μπορεί να εκδοθεί εφόσον:
α. ο αδικοπραγούντας αποδέχεται,
β. έχουν γίνει οι κατάλληλες διευθετήσεις από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και
γ. ο αδικοπραγούντας είναι πρόσωπο κατάλληλο για την εκτέλεση Κοινοτικής Εργασίας, έχοντας υπόψη την έκθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού.
Ένα Διάταγμα με όρους Επιμόρφωσης, μπορεί να εκδοθεί συνήθως σε υποθέσεις που αφορούν νεαρούς αδικοπραγούντες, εφόσον:
α. ο αδικοπραγούντας αποδέχεται,
β. έχουν γίνει οι κατάλληλες διευθετήσεις με το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού,
γ. ο αδικοπραγούντας είναι κατάλληλο πρόσωπο να παρακολουθήσει τα μαθήματα έχοντας υπόψη την έκθεση του Κηδεμονευτικού Λειτουργού.
Ο κηδεμονευόμενος θα πρέπει:
α. να παρουσιάζεται και συνεργάζεται με τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό,
β. να πληροφορεί τον Κηδεμονευτικό Λειτουργό για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης του,
γ. να παρακολουθεί τα μαθήματα που θα καθορίσει το Δικαστήριο και ο Κηδεμονευτικός Λειτουργός.

Σε περίπτωση κατά την οποία ο κηδεμονευόμενος παραλείψει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο του διατάγματος ή συλληφθεί να κάνει χρήση ναρκωτικών ή άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών, τότε ο επιτηρητής ετοιμάζει νέα Έκθεση και ο κηδεμονευόμενος προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, χωρίς να επηρεάζεται από τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος κηδεμονίας, δύναται να επιβάλει στον κηδεμονευόμενο πρόστιμο μη υπερβαίνον τις πενήντα λίρες ή να ακυρώσει το διάταγμα και να μεταχειριστεί τον κηδεμονευόμενο, μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του, με οποιοδήποτε τρόπο με τον οποίο θα είχε την αρμοδιότητα να τον μεταχειριστεί, αν τον είχε μόλις καταδικάσει για το πιο πάνω αδίκημα

Παροχή εγγύησης για προσέλευση σε ακρόαση δικαστικής απόφασης
Εάν κάποιος καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται αντί να επιβάλει ποινή να τον απολύσει, αφού ο ίδιος αναλάβει προσωπική υποχρέωση με ή χωρίς εγγυητές για τέτοιο ποσό, ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιμο, υπό τον όρο ότι αυτός θα προσέλθει και ακούσει την έκδοση της απόφασης σε κάποια προσεχή συνεδρία του Δικαστηρίου ή όταν κληθεί για αυτό. Η επανάκληση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο εξαρτάται συνήθως από τη μελλοντική του συμπεριφορά και ο συνήθης όρος είναι να τηρεί τους νόμους γενικά ή κάποιο νόμο ειδικά. Αν ο κατηγορούμενος παραβιάσει τους όρους της απόλυσής του, μπορεί να τιμωρηθεί τόσο για το αδίκημα για το οποίο απολύθηκε με όρους όσο και για το νέο αδίκημα το οποίο διέπραξε.

Διάταγμα απόλυτης ή υπό όρους απαλλαγής
Όταν το Δικαστήριο καταδικάζοντας πρόσωπο για αδίκημα, είναι της γνώμης, αφού λάβει υπόψη τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης της φύσης του αδικήματος και του χαρακτήρα του αδικοπραγούντος, ότι δεν είναι σκόπιμο να επιβάλει ποινή και ότι δεν αρμόζει να εκδοθεί διάταγμα κηδεμονίας, τότε έχει την διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα που τον απαλλάσσει απόλυτα ή, αν το θεωρεί σκόπιμο, να τον απαλλάξει με τον όρο ότι δεν θα διαπράξει αδίκημα κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος που δεν θα υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες από την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων απαλλαγής, το διάταγμα της απαλλαγής παύει να ισχύει και ο αδικοπραγών τιμωρείται για το αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα απαλλαγής υπό όρους.

Δήμευση ή Κατάσχεση
Η δήμευση ή κατάσχεση αναφέρεται στην κατακράτηση διαφόρων παράνομων αντικειμένων που λήφθηκαν από την Αστυνομία κατά τη διερεύνηση κάποιου αδικήματος, όπως, για παράδειγμα, ναρκωτικών, εκρηκτικών υλών, επιθετικών όπλων και διαφόρων αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στο χαρτοπαίγνιο.

Διάταγμα αποκλεισμού
Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος βίας στην οικογένεια, με βάση τον Περί Βίας στην Οικογένεια διάταγμα αποκλεισμού, το οποίο θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που θέτει. Με το Διάταγμα μπορεί να απαγορευθεί στον καταδικασθέντα (κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις) να εισέρχεται ή να παραμένει στην οικογενειακή κατοικία.

Για την έκδοση του διατάγματος αποκλεισμού απαιτείται:
α. Να αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έχει ιστορικό επαναλημμένων πράξεων βίας εναντίον μελών της οικογένειας του ή ότι είχε δύο καταδίκες τα τελευταία δύο χρόνια για παρόμοια αδικήματα, ή
β. η βία που ασκήθηκε να έχει προκαλέσει τέτοια πραγματική σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, που να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή τη σεξουαλική ή ψυχική υγεία των θυμάτων, ή
γ. να αρνείται ο κατηγορούμενος να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου που επιβάλλεται ως όρος για σκοπούς εφαρμογής του ή άλλως πως.




Hide details for Ποινική ΔικονομίαΠοινική Δικονομία
Ι. Γενικά – Περιγραφή

Η Ποινική Δικονομία αποτελεί το σύνολο των κανόνων του δικαίου που καθορίζουν αφενός την αρμοδιότητα των οργάνων (Υπηρεσιών και Δικαστηρίων) της Πολιτείας και αφετέρου την διαδικασία δράσης των οργάνων αυτών, προκειμένου να βεβαιώσουν ενοχή του κατηγορουμένου ώστε να επιβάλουν σε αυτόν την από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο προβλεπόμενη ποινική κύρωση. Είναι το δίκαιο της ποινικής διαδικασίας και διακρίνεται από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, το οποίο προβλέπει μόνο ποιες πράξεις είναι αξιόποινες. Συνεπώς οι κανόνες του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου καθίστανται ενεργοί διά των κανόνων της Ποινικής Δικονομίας. Η Ποινική Δικονομία, που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Δικονομίας, περιέχει τους κανόνες για την άσκηση της ποινικής δίωξης, για την ποινική προδικασία, για την αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων και τη διαδικασία στο ακροατήριο και για την άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης, κλπ.) κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων.

Ο Νόμος που ρυθμίζει την Ποινική Δικονομία είναι ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155. Ο εν λόγω Νόμος θεσπίστηκε επί Αγγλοκρατίας το 1948 και βασικά εισαγάγει στο Κυπριακό δικαιικό σύστημα την Αγγλική Ποινική Δικονομία. Η ερμηνεία των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας γίνεται σήμερα υπό το φως των διατάξεων του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων Νόμων π.χ. περί Δικαστηρίων Νόμος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου όταν υπάρχει κενό σε ζητήματα Ποινικής Δικονομίας τότε τα κυπριακά δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν σε ποινική διαδικασία το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής που αφορούν την Ποινική Δικονομία.

Δηλαδή και αυτός ο κλάδος του δικαιικού μας συστήματος είναι άρρηκτα συνυφασμένος με το Αγγλοσαξονικό δίκαιο το οποίο ισχύει στην Κύπρο από την περίοδο της Αγγλοκρατίας.


ΙΙ. Έφεση

Πότε μπορεί να καταχωρηθεί έφεση:
Στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, άρθρο 131, προβλέπεται πότε μπορεί να καταχωρηθεί έφεση. Το άρθρο 131 ορίζει:
1. «τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε δεν χωρεί έφεση από απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου που ασκεί ποινική διαδικασία εκτός όπως προβλέπεται από το Νόμο αυτό.
2. Δεν χωρεί έφεση από αθωωτική απόφαση παρά μόνο με τη σύσταση ή γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.»

Πρόνοια για άσκηση έφεσης εναντίον απόφασης δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία υπάρχει και στο άρθρο 25(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

Το εν λόγω άρθρο προβλέπει:
«Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου εκτός που προβλέπεται διαφορετικά στο εδάφιο αυτό, κάθε απόφαση δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία θα υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.»

Η έφεση μπορεί να στρέφεται κατά της καταδίκης ή της ποινής και καταχωρείται εντός περιόδου δέκα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη. Σύμφωνα με το άρθρο 137 της Ποινικής Δικονομίας, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης (i) από αθωωτική απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου και (ii) κατά της ποινής για το λόγο ότι ήταν ανεπαρκής.

Εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση εφέσεων:

1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 145 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κατά την εκδίκαση έφεσης δύναται:
(α) να απορρίψει την έφεση,
(β) να επιστρέψει την έφεση και να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση,
(γ) να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση και να καταδικάσει τον Εφεσείοντα για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί από το Δικαστήριο που εκδίκασε βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε και να επιβάλει σε αυτό ποινή ανάλογα,
(δ) να διατάξει νέα δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή η ενώπιον άλλου Δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία στο ζήτημα.

2. Κατά την εκδίκαση έφεσης κατά ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να αυξήσει μειώσει ή μετατρέψει την ποινή.

3. Κατά την εκδίκαση έφεσης που ασκήθηκε από ή με έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από αθωωτική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται:
α. να ακυρώσει την απόφαση αυτή και να καταδικάσει και επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε,
β. να διατάξει όπως διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα ή όπως ο κατηγορούμενος επανδικασθεί,
γ. να απορρίψει την έφεση.

4. Όταν η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα στρέφεται κατά της ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί είτε να αυξήσει την ποινή ή να απορρίψει την έφεση.

Show details for Κανόνες ΑπόδειξηςΚανόνες Απόδειξης

Show details for Ποινική ΔίωξηΠοινική Δίωξη

Arxes_Deontologias_Symperiforas_Dimosion_Katigoron.pdf (Μέγεθος Αρχείου: 507,59Kb)
Back to Top