Τομέας Ποινικού Δικαίου

Ο Τομέας ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα που προκύπτουν δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, σε σχέση με τις ποινικές διώξεις δηλαδή την έναρξη, διεξαγωγή, ανάληψη και συνέχιση ή διακοπή οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας.

Οι συνταγματικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα όσον αφορά τις ποινικές διώξεις οφείλονται, αναμφίβολα, στην ανάγκη ελέγχου και συντονισμού του μηχανισμού εφαρμογής του ποινικού δικαίου από ένα ανεξάρτητο και υπεύθυνο έναντι της Πολιτείας Δημόσιο Κατήγορο, προς αποφυγή, μεταξύ άλλων, καταχρήσεως του δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης και για την αντικειμενικότερη και αρτιότερη απόδοση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Οι περισσότερες ποινικές υποθέσεις προσάγονται ενώπιον του δικαστηρίου από τους δημόσιους κατήγορους οι οποίοι υπάγονται επίσης στον Γενικό Εισαγγελέα και ενεργούν σύμφωνα με την νομική καθοδήγηση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα. Οι ποινικές διώξεις που τυγχάνουν χειρισμού από Νομικούς Λειτουργούς του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα αφορούν σε υποθέσεις του Κακουργιοδικείου και σε ορισμένες άλλες υποθέσεις όπου εγείρονται σοβαρά θέματα δημοσίας τάξεως.

Η Αστυνομία, ως εκ των καθηκόντων της, επιλαμβάνεται πάντοτε της ανίχνευσης ενός εγκλήματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας, όμως, μπορεί αυτεπαγγέλτως, όπως και γίνεται, να ζητήσει την διερεύνηση από την Αστυνομία οποιουδήποτε εγκλήματος για να μπορέσει να αποφανθεί βάσει του μαρτυρικού υλικού που έχει συλλεγεί από την αστυνομική έρευνα κατά πόσον δικαιολογείται η καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα καθοδηγεί την Αστυνομία κατά την εκτέλεση των πιο πάνω καθηκόντων της και παρέχει σε αυτή την αναγκαία νομική βοήθεια.

Στον Τομέα έχουν προστεθεί οι αρμοδιότητες που πηγάζουν από την προσχώρηση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ειδικά στα θέματα Ποινικού Δικαίου και με ειδική αναφορά στην έκδοση φυγοδίκων με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης.

Περαιτέρω ο Τομέας ασχολείται με την παροχή γνωματεύσεων για ζητήματα ποινικού δικαίου και το νομοτεχνικό έλεγχο νομοσχεδίων που αφορούν ζητήματα ποινικού δικαίου. Επιπλέον εκπροσωπεί την υπηρεσία μας σε επιτροπές σε ευρωπαϊκά και διεθνή fora και οργανισμούς.

Του Τομέα Ποινικού Δικαίου προΐσταται η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κα Έλενα Κλεόπα.

Στον Τομέα Ποινικού Δικαίου υπάγονται 22 νομικοί λειτουργοί και 28 δημόσιοι κατήγοροι, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με το χειρισμό ποινικών υποθέσεων ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων και με τα υπόλοιπα καθήκοντα του Τομέα.

Στον Τομέα Ποινικού Δικαίου, έχουν δημιουργηθεί 4 ομάδες νομικών λειτουργών και η κάθε ομάδα είναι επιφορτισμένη με την εξέταση των αστυνομικών φακέλων μιας επαρχίας της Δημοκρατίας και την παροχή οδηγιών ή και καθοδήγηση της Αστυνομίας. Των εν λόγω ομάδων προΐστανται οι ακόλουθοι 4 Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας:
1. κ. Νίνος Κέκκος
2. κ. Πολίνα Ευθυβούλου-Ευθυμίου
3. κ. Έλλη Παπαγαπίου–Χρίστου
4. Δρ Δέσποινα Κυπριανού


Show details for Δικαιοδοσία Ποινικών ΔικαστηρίωνΔικαιοδοσία Ποινικών Δικαστηρίων

Show details for Ποινικό ΔίκαιοΠοινικό Δίκαιο

Hide details for Ποινική ΔικονομίαΠοινική Δικονομία
Ι. Γενικά – Περιγραφή

Η Ποινική Δικονομία αποτελεί το σύνολο των κανόνων του δικαίου που καθορίζουν αφενός την αρμοδιότητα των οργάνων (Υπηρεσιών και Δικαστηρίων) της Πολιτείας και αφετέρου την διαδικασία δράσης των οργάνων αυτών, προκειμένου να βεβαιώσουν ενοχή του κατηγορουμένου ώστε να επιβάλουν σε αυτόν την από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο προβλεπόμενη ποινική κύρωση. Είναι το δίκαιο της ποινικής διαδικασίας και διακρίνεται από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, το οποίο προβλέπει μόνο ποιες πράξεις είναι αξιόποινες. Συνεπώς οι κανόνες του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου καθίστανται ενεργοί διά των κανόνων της Ποινικής Δικονομίας. Η Ποινική Δικονομία, που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Δικονομίας, περιέχει τους κανόνες για την άσκηση της ποινικής δίωξης, για την ποινική προδικασία, για την αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων και τη διαδικασία στο ακροατήριο και για την άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης, κλπ.) κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων.

Ο Νόμος που ρυθμίζει την Ποινική Δικονομία είναι ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155. Ο εν λόγω Νόμος θεσπίστηκε επί Αγγλοκρατίας το 1948 και βασικά εισαγάγει στο Κυπριακό δικαιικό σύστημα την Αγγλική Ποινική Δικονομία. Η ερμηνεία των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας γίνεται σήμερα υπό το φως των διατάξεων του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων Νόμων π.χ. περί Δικαστηρίων Νόμος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου όταν υπάρχει κενό σε ζητήματα Ποινικής Δικονομίας τότε τα κυπριακά δικαστήρια μπορούν να εφαρμόσουν σε ποινική διαδικασία το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής που αφορούν την Ποινική Δικονομία.

Δηλαδή και αυτός ο κλάδος του δικαιικού μας συστήματος είναι άρρηκτα συνυφασμένος με το Αγγλοσαξονικό δίκαιο το οποίο ισχύει στην Κύπρο από την περίοδο της Αγγλοκρατίας.


ΙΙ. Έφεση

Πότε μπορεί να καταχωρηθεί έφεση:
Στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, άρθρο 131, προβλέπεται πότε μπορεί να καταχωρηθεί έφεση. Το άρθρο 131 ορίζει:
1. «τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε δεν χωρεί έφεση από απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου που ασκεί ποινική διαδικασία εκτός όπως προβλέπεται από το Νόμο αυτό.
2. Δεν χωρεί έφεση από αθωωτική απόφαση παρά μόνο με τη σύσταση ή γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.»

Πρόνοια για άσκηση έφεσης εναντίον απόφασης δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία υπάρχει και στο άρθρο 25(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

Το εν λόγω άρθρο προβλέπει:
«Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου εκτός που προβλέπεται διαφορετικά στο εδάφιο αυτό, κάθε απόφαση δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία θα υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.»

Η έφεση μπορεί να στρέφεται κατά της καταδίκης ή της ποινής και καταχωρείται εντός περιόδου δέκα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε η καταδίκη. Σύμφωνα με το άρθρο 137 της Ποινικής Δικονομίας, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης (i) από αθωωτική απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου και (ii) κατά της ποινής για το λόγο ότι ήταν ανεπαρκής.

Εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση εφέσεων:

1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 145 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κατά την εκδίκαση έφεσης δύναται:
(α) να απορρίψει την έφεση,
(β) να επιστρέψει την έφεση και να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση,
(γ) να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση και να καταδικάσει τον Εφεσείοντα για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί από το Δικαστήριο που εκδίκασε βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε και να επιβάλει σε αυτό ποινή ανάλογα,
(δ) να διατάξει νέα δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου που επέβαλε ποινή η ενώπιον άλλου Δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία στο ζήτημα.

2. Κατά την εκδίκαση έφεσης κατά ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να αυξήσει μειώσει ή μετατρέψει την ποινή.

3. Κατά την εκδίκαση έφεσης που ασκήθηκε από ή με έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από αθωωτική απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται:
α. να ακυρώσει την απόφαση αυτή και να καταδικάσει και επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί βάσει της απόδειξης που προσάχθηκε,
β. να διατάξει όπως διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα ή όπως ο κατηγορούμενος επανδικασθεί,
γ. να απορρίψει την έφεση.

4. Όταν η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα στρέφεται κατά της ποινής, το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί είτε να αυξήσει την ποινή ή να απορρίψει την έφεση.

Hide details for Κανόνες ΑπόδειξηςΚανόνες Απόδειξης
Σήμερα το δίκαιο της Απόδειξης στην Κύπρο βασίζεται πάνω στις πρόνοιες των πιο κάτω νόμων:

1. Ο Περί Απόδειξης Νόμος, Κεφ. 9
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου, τα Κυπριακά Δικαστήρια τηρουμένων των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο Νόμο θα εφαρμόζουν σε αστικές και ποινικές διαδικασίες το Δίκαιο και τους κανόνες Απόδειξης όπως ίσχυαν στην Αγγλία στις 5.11.1914.

2. Ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 29(1)(β) του Νόμου 14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αστικές και ποινικές διαδικασίες θα εφαρμόζουν,
(α) Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(β) Τους Νόμους που έχουν διατηρηθεί βάσει του άρθρου 188 του Συντάγματος
(γ) Το Κοινοδίκαιο (Common Law) και τις αρχές Επιείκειας (Equity) και
(δ) Τους Νόμους της Μεγάλης Βρετανίας που ίσχυαν στην Κύπρο πριν από το 1960.

3. Ο Ποινικός Κώδικας, Κεφ. 154
Το άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί ότι οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα θα ερμηνεύονται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας όπως εφαρμόζονται στην Αγγλία.

4. Ο Περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 17 του πιο πάνω Νόμου, οι Αγγλικοί Νόμοι που εφαρμόζονται στην Κύπρο θα διαβάζονται με αλλαγές στα ονόματα, αξιώματα, χρήματα, τοποθετήσεις και πρόνοιες όπως θα ήταν αναγκαίο για να μπορούν να εφαρμοσθούν στην Κύπρο.

5. Σημαντικές τροποποιήσεις επήλθαν στο Δίκαιο της Απόδειξης με το Νόμο 32(Ι)/2004 που τροποποιεί τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9
Η πιο σημαντική τροποποίηση που επήλθε στο δίκαιο της Απόδειξης, η οποία είχε πολλούς πολέμιους, είναι η δυνατότητα προσαγωγής εξ ακοής μαρτυρίας και στην περίπτωση προφορικών δηλώσεων και στην περίπτωση εγγράφων και επαφίεται πλέον στο Δικαστήριο η αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε τέτοια μαρτυρία. ΄Εχει επίσης επιτραπεί στους μάρτυρες να υιοθετούν ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο γραπτών καταθέσεων ή γραπτών δηλώσεων τους και αυτό να θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση τους ή μέρος αυτής.


Show details for Ποινική ΔίωξηΠοινική Δίωξη

Arxes_Deontologias_Symperiforas_Dimosion_Katigoron.pdf (Μέγεθος Αρχείου: 507,59Kb)
Back to Top